Mackie ThrashV2 | Περισσότερες δυνατότητες, ίδια φιλοσοφία
Mackie ThrashV2 | Περισσότερες δυνατότητες, ίδια φιλοσοφία
Η σειρά Thrash της Mackie δημιουργήθηκε με μια απλή φιλοσοφία: να προσφέρει δυνατά, ανθεκτικά και προσιτά αυτοενισχυόμενα ηχεία, χωρίς περιττές πολυπλοκότητες. Η πρώτη γενιά απευθυνόταν κυρίως σε DJs, μουσικούς και επαγγελματίες που αναζητούσαν μια αξιόπιστη λύση για καθημερινή χρήση, με εύκολο χειρισμό και αρκετή ισχύ για διαφορετικές εφαρμογές.
Με τη δεύτερη γενιά, τη νέα σειρά ThrashV2, η Mackie διατηρεί αυτή τη φιλοσοφία, προσθέτοντας όμως χαρακτηριστικά που κάνουν τα ηχεία περισσότερο ευέλικτα. Τέσσερα διαφορετικά voicing modes, ενσωματωμένο Feedback Eliminator και Bluetooth για ασύρματη αναπαραγωγή μουσικής και σύνδεση δύο ηχείων να είναι οι σημαντικότερες προσθήκες.
Πρόκειται για μια ουσιαστική αναβάθμιση, καθώς οι νέες δυνατότητες δεν περιορίζονται στη βελτίωση της εμπειρίας χρήσης, αλλά διευρύνουν και τις εφαρμογές στις οποίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα Thrash.
Στην πρόσφατη βιντεοπαρουσίασή μας είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε από κοντά το Thrash12v2 και να εξετάσουμε τις λειτουργίες του. Ας δούμε λοιπόν αναλυτικότερα τι προσφέρει η δεύτερη γενιά.
Δύο μοντέλα, διαφορετικές ανάγκες
Η σειρά περιλαμβάνει δύο αυτοενισχυόμενα ηχεία, το Thrash12v2 με woofer 12 ιντσών και το Thrash15v2 με woofer 15 ιντσών.
Και τα δύο διαθέτουν ενισχυτή Class-D μέγιστης ισχύος 1300W, οδηγό υψηλών συχνοτήτων μίας ίντσας και δυνατότητα επίτευξης μέγιστης ηχητικής στάθμης 129 dB SPL. Διαθέτουν επίσης ενσωματωμένο limiter για την προστασία του συστήματος από υπερφόρτωση.
Η σημαντικότερη διαφορά τους βρίσκεται στην απόδοση των χαμηλών συχνοτήτων, στις διαστάσεις και στο βάρος.
Το Thrash12v2 προσφέρει απόκριση συχνότητας 53 Hz–16 kHz και βάρος 13,9 κιλά, αποτελώντας μια πιο compact και εύκολη στη μεταφορά επιλογή. Είναι κατάλληλο για μικρά live, παρουσιάσεις, εκδηλώσεις, χρήση ως stage monitor και εφαρμογές όπου η ευκολία μεταφοράς έχει ιδιαίτερη σημασία.
Το μεγαλύτερο Thrash15v2 διαθέτει απόκριση 48 Hz–16 kHz και βάρος 16,5 κιλά. Χάρη στο μεγαλύτερο woofer, μπορεί να προσφέρει περισσότερη παρουσία στις χαμηλές συχνότητες, κάτι ιδιαίτερα χρήσιμο σε DJ sets και μουσικές εφαρμογές όπου δεν χρησιμοποιείται ξεχωριστό subwoofer.
Φυσικά, κανένα από τα δύο δεν αντικαθιστά πλήρως ένα ολοκληρωμένο σύστημα με subwoofer όταν απαιτείται εκτεταμένη απόδοση στις πολύ χαμηλές συχνότητες. Ωστόσο, το 15ιντσο μοντέλο αποτελεί μια ενδιαφέρουσα επιλογή για όσους επιθυμούν ένα απλούστερο ηχητικό σύστημα χωρίς πρόσθετο εξοπλισμό.
Voicing Modes: Ο σωστός ήχος για κάθε εφαρμογή
Μία από τις πιο χρήσιμες προσθήκες της δεύτερης γενιάς είναι τα τέσσερα ενσωματωμένα voicing modes.
Αντί ο χρήστης να χρειάζεται να επέμβει χειροκίνητα σε κάποιον εξωτερικό equalizer, μπορεί να επιλέξει μία από τις τέσσερις προκαθορισμένες ρυθμίσεις, προσαρμόζοντας τον ηχητικό χαρακτήρα του ηχείου στην εφαρμογή του.
Το Flat Mode προσφέρει μια περισσότερο ουδέτερη απόκριση, χωρίς πρόσθετες τονικές παρεμβάσεις. Είναι η κατάλληλη επιλογή όταν θέλουμε να διατηρήσουμε τον αρχικό χαρακτήρα του ηχητικού σήματος ή όταν η επεξεργασία πραγματοποιείται ήδη από κάποιον εξωτερικό μίκτη.
Το DJ Mode δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις χαμηλές και υψηλές συχνότητες, προσφέροντας έναν πιο δυναμικό ήχο. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμο για αναπαραγωγή μουσικής, DJ sets και μικρές εκδηλώσεις όπου θέλουμε περισσότερη ένταση και παρουσία στο μουσικό πρόγραμμα.
Το Live Mode εστιάζει στη βελτίωση της παρουσίας της φωνής, βοηθώντας την να ξεχωρίζει στη μίξη. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ζωντανές εμφανίσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις ή σε εφαρμογές όπου η καταληπτότητα της φωνής αποτελεί προτεραιότητα.
Τέλος, το Wedge Mode έχει σχεδιαστεί για χρήση του ηχείου ως stage monitor. Δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις μεσαίες συχνότητες, βοηθώντας τους μουσικούς και τους τραγουδιστές να ακούν καλύτερα τις φωνές και τα όργανά τους στη σκηνή.
Τα voicing modes δεν αντικαθιστούν τη λεπτομερή ρύθμιση ενός επαγγελματικού συστήματος με EQ και DSP. Προσφέρουν όμως κάτι εξαιρετικά πρακτικό: τη δυνατότητα γρήγορης προσαρμογής του ήχου, χωρίς να απαιτούνται ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις.
Feedback Eliminator: Λιγότερο σφύριγμα, λιγότερο άγχος
Όποιος έχει χρησιμοποιήσει μικρόφωνο σε live, παρουσίαση ή εκδήλωση, πιθανότατα έχει έρθει αντιμέτωπος με το γνωστό και ιδιαίτερα ενοχλητικό σφύριγμα του μικροφώνου.
Το φαινόμενο εμφανίζεται όταν ο ήχος που παράγεται από το ηχείο επιστρέφει στο μικρόφωνο, ενισχύεται ξανά και δημιουργεί έναν ανεπιθύμητο ακουστικό κύκλο.
Για την αντιμετώπισή του, τα νέα ThrashV2 διαθέτουν ενσωματωμένο Feedback Eliminator, το οποίο ενεργοποιείται με το πάτημα ενός κουμπιού.
Η λειτουργία παρακολουθεί το ηχητικό σήμα και επεμβαίνει αυτόματα για να περιορίσει τις συχνότητες που προκαλούν feedback, χωρίς να απαιτείται χειροκίνητη παρέμβαση σε κάποιον equalizer.
Η συγκεκριμένη προσθήκη είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε μικρά live, πρόβες, εκδηλώσεις και χώρους όπου η τοποθέτηση του μικροφώνου σε σχέση με τα ηχεία δεν είναι πάντα ιδανική.
Δεν σημαίνει βέβαια ότι μπορούμε να τοποθετήσουμε ένα μικρόφωνο ακριβώς μπροστά από το ηχείο και να περιμένουμε θαύματα. Η σωστή τοποθέτηση και η κατάλληλη ρύθμιση της έντασης εξακολουθούν να είναι απαραίτητες.
Το Feedback Eliminator λειτουργεί συμπληρωματικά, προσφέροντας ένα επιπλέον επίπεδο προστασίας και κάνοντας την καθημερινή χρήση περισσότερο εύκολη.
Bluetooth: Περισσότερες δυνατότητες, λιγότερα καλώδια
Η προσθήκη Bluetooth είναι μία ακόμη ουσιαστική διαφορά σε σχέση με την προηγούμενη γενιά Thrash.
Ο χρήστης μπορεί πλέον να συνδέσει ασύρματα ένα smartphone, tablet ή υπολογιστή και να αναπαράγει μουσική χωρίς να χρειάζεται κάποια εξωτερική συσκευή λήψης Bluetooth ή πρόσθετα καλώδια ήχου.
Αυτό μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα πρακτικό για μουσική παρασκηνίου, μικρές εκδηλώσεις, πρόβες, παρουσιάσεις και άλλες περιπτώσεις όπου απαιτείται γρήγορη αναπαραγωγή μουσικής.
Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό είναι ότι η είσοδος μικροφώνου παραμένει ενεργή κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής μέσω Bluetooth.
Έτσι, μπορεί κάποιος να αναπαράγει ένα μουσικό κομμάτι και παράλληλα να χρησιμοποιεί μικρόφωνο για ομιλία ή τραγούδι, χωρίς να χρειάζεται απαραίτητα ξεχωριστό μίκτη.
Για παράδειγμα, ένας παρουσιαστής μπορεί να χρησιμοποιήσει το ThrashV2 για μουσική υπόκρουση και ανακοινώσεις, ενώ ένας τραγουδιστής μπορεί να αναπαράγει backing tracks και να τραγουδά πάνω σε αυτά.
Πρόκειται για μια απλή αλλά ιδιαίτερα χρήσιμη δυνατότητα, ειδικά για χρήστες που θέλουν να περιορίσουν τον εξοπλισμό τους στα απολύτως απαραίτητα.
Δύο ηχεία, ασύρματα συνδεδεμένα
Εκτός από τη μετάδοση μουσικής μέσω Bluetooth, η Mackie έχει ενσωματώσει και τη δυνατότητα ασύρματης σύνδεσης δύο ηχείων ThrashV2.
Ο χρήστης μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς τρόπους λειτουργίας.
Στο Stereo Mode, το ένα ηχείο αναπαράγει το αριστερό κανάλι και το άλλο το δεξί, δημιουργώντας ένα στερεοφωνικό σύστημα αναπαραγωγής.
Στο Dual Mono Mode, και τα δύο ηχεία αναπαράγουν το ίδιο συνολικό ηχητικό σήμα. Αυτή η επιλογή είναι χρήσιμη σε χώρους όπου τα ηχεία βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία και θέλουμε όλοι οι ακροατές να λαμβάνουν ολόκληρο το μουσικό πρόγραμμα, ανεξάρτητα από τη θέση τους.
Η ασύρματη σύνδεση περιορίζει την ανάγκη για καλώδιο σήματος ανάμεσα στα δύο ηχεία, διευκολύνοντας την εγκατάσταση.
Αξίζει να διευκρινίσουμε ότι τα ThrashV2 δεν διαθέτουν ενσωματωμένη μπαταρία. Επομένως, εξακολουθούν να χρειάζονται σύνδεση στο ηλεκτρικό δίκτυο για την τροφοδοσία τους.
Συνδεσιμότητα χωρίς περιττή πολυπλοκότητα
Στην πίσω πλευρά των ThrashV2 συναντάμε μια απλή και λειτουργική διάταξη συνδέσεων, σύμφωνα με τον χαρακτήρα της σειράς.
Η combo είσοδος XLR/TRS επιτρέπει τη σύνδεση μικροφώνου ή κατάλληλης πηγής ήχου, ενώ η έξοδος XLR Mix Out μεταφέρει τόσο το σήμα της ενσύρματης εισόδου όσο και τον ήχο που αναπαράγεται μέσω Bluetooth.
Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε να οδηγήσουμε το σήμα σε ένα δεύτερο ηχείο ή σε άλλο ηχητικό σύστημα.
Η φιλοσοφία εδώ είναι ξεκάθαρη. Η Mackie δεν προσπάθησε να μετατρέψει το ThrashV2 σε έναν πολύπλοκο ψηφιακό μίκτη με δεκάδες επιλογές και μενού. Προτίμησε να διατηρήσει τον χειρισμό απλό, προσθέτοντας τις βασικές λειτουργίες που καλύπτουν τις περισσότερες καθημερινές ανάγκες.
Για πιο απαιτητικές εφαρμογές με πολλαπλά μικρόφωνα, μουσικά όργανα και διαφορετικές πηγές ήχου, η χρήση εξωτερικού μίκτη εξακολουθεί να αποτελεί την καταλληλότερη λύση.
Κατασκευή και ευκολία μεταφοράς
Ένα από τα χαρακτηριστικά που διατηρεί η δεύτερη γενιά είναι η στιβαρή κατασκευή, η οποία αποτέλεσε βασικό στοιχείο της αρχικής σειράς Thrash.
Τα νέα μοντέλα διαθέτουν ανθεκτική καμπίνα, προστατευτική μεταλλική γρίλια και ενσωματωμένες χειρολαβές που διευκολύνουν τη μεταφορά τους.
Η ειδική υποδοχή στο κάτω μέρος επιτρέπει την τοποθέτηση σε τρίποδο, ενώ η βίδα ασφάλισης προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα κατά την εγκατάσταση.
Εναλλακτικά, τα ηχεία μπορούν να τοποθετηθούν στο πλάι, λειτουργώντας ως stage monitors. Σε αυτή την περίπτωση, το Wedge Mode που αναφέραμε προηγουμένως αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς έχει σχεδιαστεί ειδικά για τη συγκεκριμένη χρήση.
Η Mackie προσφέρει επίσης προαιρετικές τσάντες μεταφοράς και προστασίας, μια χρήσιμη προσθήκη για επαγγελματίες που μετακινούν συχνά τον εξοπλισμό τους.
Ποιο ThrashV2 να επιλέξω;
Η επιλογή ανάμεσα στο Thrash12v2 και το Thrash15v2 εξαρτάται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο σκοπεύουμε να χρησιμοποιήσουμε το ηχείο.
Το Thrash12v2 είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επιλογή για όσους δίνουν προτεραιότητα στη φορητότητα και χρειάζονται ένα ευέλικτο ηχείο για διαφορετικές εφαρμογές. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε μικρά live, παρουσιάσεις, πρόβες και ως stage monitor, ενώ συνδυάζεται και με subwoofer για τη δημιουργία ενός πληρέστερου ηχητικού συστήματος.
Από την άλλη πλευρά, το Thrash15v2 απευθύνεται περισσότερο σε χρήστες που αναζητούν μεγαλύτερη παρουσία στις χαμηλές συχνότητες. Για έναν mobile DJ που θέλει να πραγματοποιεί μικρές εκδηλώσεις χωρίς ξεχωριστό subwoofer, το μεγαλύτερο μοντέλο μπορεί να αποδειχθεί πιο κατάλληλο.
Και στις δύο περιπτώσεις, οι νέες λειτουργίες της σειράς προσφέρουν ουσιαστική ευελιξία, επιτρέποντας στο ίδιο ηχείο να ανταποκριθεί σε διαφορετικές ανάγκες.
Συμπέρασμα: Μια ουσιαστική αναβάθμιση
Με τη νέα σειρά ThrashV2, η Mackie ακολούθησε μια λογική προσέγγιση. Διατήρησε τα χαρακτηριστικά που έκαναν την πρώτη γενιά ενδιαφέρουσα, όπως την υψηλή ισχύ, την ανθεκτική κατασκευή, την απλότητα και την προσιτή τοποθέτηση στην αγορά, προσθέτοντας λειτουργίες που κάνουν πραγματική διαφορά στην καθημερινή χρήση.
Τα τέσσερα voicing modes επιτρέπουν την προσαρμογή του ήχου σε διαφορετικές εφαρμογές, το Feedback Eliminator βοηθά στην αντιμετώπιση ενός συνηθισμένου προβλήματος, ενώ το Bluetooth διευκολύνει τόσο την αναπαραγωγή μουσικής όσο και τη σύνδεση δύο ηχείων.
Το σημαντικότερο είναι ότι όλες αυτές οι δυνατότητες ενσωματώθηκαν χωρίς να χαθεί η αρχική φιλοσοφία της σειράς.
Τα ThrashV2 εξακολουθούν να είναι απλά ηχεία στη χρήση τους. Απλώς τώρα μπορούν να κάνουν περισσότερα.
Και για πολλούς DJs, μουσικούς και επαγγελματίες του ήχου, αυτό μπορεί να είναι ακριβώς το ζητούμενο.